_______________

" In all things of Nature, there is something of the marvelous" (Aristotle -Parts of Animals, I.645A16)

" Nature ......loves simplicity and unity" ( J. Kepler -Apologia)


****** Για το Περιβάλλον, τη Βιώσιμη Προοπτική και ......άλλα Σημαντικά!

(http://sites.google.com/site/perivalloncom/
http://www.perivallon.com, http://envifriends2.blogspot.com, http://envifriends.blogspot.com)
_______________

* ΦΥΣΗ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ----- * ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ -

- Ο ΚΑΙΡΟΣ -

- Κτηνοτροφικά Πάρκα: Φροντίδα και για το Περιβάλλον

Η ορθολογική κτηνοτροφική δραστηριότητα, από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής αγροτικής ανάπτυξης, έχει ευεργετικά αποτελέσματα και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες για να διατηρείται η βοσκοϊκανότητα μιας περιοχής. Αντίθετα, η υπερβόσκηση υποβαθμίζει τη βλάστηση και εξαφανίζει τη φυσική αναγέννησή της, προκαλεί ανυπολόγιστες ζημιές στην υδατική οικονομία του εδάφους και τη διάβρωσή του, και επιταχύνει την ερημοποίηση. Η πρακτική των κτηνοτρόφων που βάζουν φωτιά σε δασωμένες περιοχές για τη βελτίωση των βοσκοτόπων, αποτελεί αναπόσπαστο μέσο της βόσκησης των αιγοπροβάτων, αλλά περικλείει και κινδύνους υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Η λύση και οι ελπίδες απέναντι στην υπερβόσκηση και όχι μόνο, είναι τα κτηνοτροφικά πάρκα.
Κτηνοτροφικό Πάρκο είναι μία κοινόχρηστη περιοχή κτηνοτροφικής ζώνης, για την οποία έχει γίνει χωροταξική μελέτη οργάνωσής της. Η μελέτη αυτή προβλέπει τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής ( εγκαταστάσεις, οδική πρόσβαση, δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτρισμού, διαχείριση αποβλήτων κ.ά), ώστε να εγκατασταθούν κτηνοτροφικές μονάδες με τη θέλησή τους. Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, μόνο η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να συστήσει αυτό τον αρμόδιο Φορέα που χρηματοδοτείται για να δημιουργήσει, να οργανώσει και να λειτουργήσει το Κτηνοτροφικό Πάρκο, σε κατάλληλη διαθέσιμη δημοτική ή δημόσια έκταση, με την υποχρέωση διατήρησης της λειτουργίας του χώρου για τουλάχιστον 10 χρόνια.
Τα κτηνοτροφικά πάρκα, αποτελούν ένα  εναλλακτικό τρόπο ανάπτυξης της ελληνικής υπαίθρου. Δημιουργούν άριστες προϋποθέσεις και για τον κτηνοτρόφο και για το περιβάλλον, αφού η επιτάχυνση της ερημοποίησης και η υποβάθμιση των βοσκοτόπων, εξαιτίας.......(για ολόκληρο το κείμενι πατήστε κλικ ΕΔΩ).
των κλιματικών αλλαγών και της υπερβόσκησης, αλλά και η συγκυρία των πρόσφατων καταστροφών από τις πυρκαγιές, έχουν δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων βιωσιμότητας της κτηνοτροφίας. Είναι συνειδητό πλέον, ότι χρειάζονται ριζικές αλλαγές του συστήματος εκμετάλλευσης των κτηνοτροφικών μονάδων, καθώς επίσης και μεγαλύτερη έως ολοκληρωμένη  επιχειρηματική δράση των παραγωγών σε βάθος χρόνου, για τη φροντίδα της υπαίθρου και του ζωικού τους κεφαλαίου. Μόνο τότε θα μιλάμε για επίτευξη των στόχων της ανασυγκρότησης στο χώρο της ζωικής παραγωγής και της προστασίας του περιβάλλοντος, όπως άλλωστε επιτάσσει και η καινούργια Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρωτίστως όμως, ο κτηνοτροφικός κόσμος της χώρας έχει την ανάγκη ενημέρωσης, ενθάρρυνσης, υποστήριξης και συνεχούς επικοινωνίας.
Οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες, έστω με τον τρόπο και τα μέσα που εξασκούνται σήμερα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη για τον ημιορεινό και ορεινό αγροτικό χώρο, αλλά πληγώνουν βάναυσα το περιβάλλον και σε πολλές περιοχές  το οδηγούν στην ερημοποίηση. Η αντιμετώπιση του θέματος, από τη γενικότερη υποβάθμιση των βοσκοτόπων και του φυσικού περιβάλλοντος, δημιουργεί την αναγκαιότητα δημιουργίας  Κτηνοτροφικών Πάρκων, που αποτελούν απαραίτητα εργαλεία για μα σύγχρονη ανάπτυξη των κτηνοτροφικών περιοχών της χώρας, μέσα από την προστασία του περιβάλλοντος και τη διασφάλιση του εισοδήματος των κτηνοτρόφων. Τα πάρκα αυτά, καθώς μας ενημερώνουν οι ειδικοί, πρέπει να σχεδιαστούν και να λειτουργούν με ευρεία προοπτική και πέραν των καμένων και υποβαθμισμένων περιοχών. Οι κοινόχρηστες αυτές οργανωμένες περιοχές, οφείλουν να προωθηθούν στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής περιφερειακής πολιτικής, ως προς το σχεδιασμό, την εφαρμογή και ως προς τις τοπικές προσαρμογές / ρυθμίσεις, με βάση σωστές και ολοκληρωμένες εφαρμογές-έστω και πιλοτικής επίδειξης για την αρχή-, ίδρυσης και λειτουργίας οργανωμένων χώρων σε επιλεγμένες περιοχές. Ωστόσο, είναι φανερό και γίνεται αναγκαίο ότι απαιτείται συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και φορέων του κράτους, των κτηνοτρόφων και των συνεταιρισμών τους, καθώς και η διαρκής ενημέρωση πάνω στις νέες μορφές τεχνολογίας του χώρου της επιχειρηματικής κτηνοτροφίας και των προσφερόμενων ενισχύσεων για επενδύσεις τέτοιου είδους επιχειρηματικών σχεδίων.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε τα γνωστά για την κτηνοτροφία στη χώρα μας, ότι δηλαδή οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν με τις χρήσεις γης, τις υποδομές που αναπτύχθηκαν στην ύπαιθρο και τις κλιματικές συνθήκες, συνθέτουν μία κατάσταση που προσδιορίζεται από τα εξής βασικά χαρακτηριστικά. Η κτηνοτροφία συγκροτείται από ένα μεγάλο αριθμό μικρών κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, πολλές από τις οποίες βρίσκονται μέσα και γύρω από οικισμούς. Η  οργάνωση της υπαίθρου, οι μικροί σε έκταση κλήροι, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη διαφοροποίηση των χρήσεων γης και των υποδομών, οδηγεί στη δημιουργία αγροτικών οικισμών και όχι στην οργάνωση διεσπαρμένων αγροκτημάτων. Το κλίμα δεν επιτρέπει την ανάπτυξη φυσικών βοσκοτόπων μεγάλης βοσκοϊκανότητας, με αποτέλεσμα η κτηνοτροφία να εξαρτάται από τη γεωργία στον τομέα της παραγωγής ζωοτροφών.
Όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα η κατάσταση (νομικό πλαίσιο, προστασία περιβάλλοντος, αειφορική παραγωγική διάσταση, ποιοτικά προϊόντα και ανταγωνισμός,), οι περισσότερες μονάδες της κτηνοτροφίας, αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην ικανοποίηση των προϋποθέσεων παραμονής τους στις συγκεκριμένες ίδιες θέσεις. Επίσης, συνεχώς αυξανόμενη είναι και η απαίτηση της κοινωνίας για ελαχιστοποίηση της ρύπανσης και όχλησης του περιβάλλοντος. Αποτέλεσμα των πιο πάνω δεδομένων, είναι η αναγκαιότητα δημιουργίας μονάδων υποδοχής και εκτροφής των ζώων προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες της κάθε περιοχής, μέσα σε προκαθορισμένο οργανωτικό πλαίσιο. Επομένως, η δημιουργία Κτηνοτροφικών Πάρκων θα βοηθήσει τους κτηνοτρόφους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και με τον οικονομικότερο τρόπο τα προβλήματά τους, ενώ παράλληλα, θα διασφαλισθεί η λειτουργία των μικρών κτηνοτροφικών μονάδων.
Για παράδειγμα, η πίεση της ανεξέλεγκτης βόσκησης και στη Σαμοθράκη και στην Κρήτη , εξακολουθεί να είναι έντονη, παρά το γεγονός ότι η βοσκοϊκανότητα μιας περιοχής και κάθε περιοχής είναι δεδομένη και συγκεκριμένη. Η υπερβόσκηση, σύμφωνα με μελέτες του ΜΑΙΧ στην Κρήτη και άλλων ερευνητικών φορέων στην υπόλοιπη Ελλάδα, προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις (120%) και  επηρεάζει άμεσα τη σύνθεση, αλλά και τη δομή της βλάστησης την οποία τελικά υποβαθμίζει. Επιπλέον, η βαριά ή εντατική βόσκηση ή υπερβόσκηση οδηγεί σε εξαφάνιση της φυσικής αναγέννησης, σε υπεργήρανση των συστάδων βλάστησης, στην υποβάθμιση του εδάφους. Τα αποτελέσματα είναι  δραματικά, αφού βαθμιαία εξαφανίζεται η άριστη βοσκήσιμη πρώτη ύλη, αυξάνεται η επιφανειακή απορροή, διαταράσσεται η γενικότερη υδατική οικονομία του εδάφους και η διάβρωσή του. Εξάλλου είναι γνωστό, ότι στις περισσότερες περιοχές στην Ελλάδα, η κτηνοτροφία των γιδοπροβάτων (βόσκουν σε κοπάδια), προκαλεί μεταξύ των άλλων και ισχυρή συμπίεση του εδάφους, ενώ οι βοσκοί συνηθίζουν να καίνε τα βοσκοτόπια τακτικά για την ταχύτερη αναγέννηση των αγρωστωδών, των ψυχανθών και των αναγεννώμενων παραβλαστημάτων. Οι πιο πάνω όμως πρακτικές και συνήθειες, οδηγούν βαθμιαία από το δάσος, το φρυγανότοπο και τα λιβάδια, σε δασικές φρυγανοσκεπείς εκτάσεις, σε δασοσκεπή ή φρυγανοσκεπή λιβάδια, σε υποβαθμισμένους βοσκότοπους και τελικά σε άγονες εκτάσεις οι οποίες μερικές φορές δεν είναι κατάλληλες ούτε για βοσκή. Ειδικότερα, η ελαφρά βόσκηση έχει ανεπαίσθητες επιδράσεις στη σύνθεση της βλάστησης, ενώ η μέτρια βόσκηση προκαλεί συνήθως ορισμένες μεταβολές, οι οποίες όμως είναι πρόσκαιρες, ιδιαίτερα σε ποολίβαδα που κυριαρχούνται από πολυετή φυτά. Η υπερβόσκηση αντίθετα, προκαλεί κατά κανόνα σημαντικές αλλαγές στη βλάστηση, τόσο της ποσότητας όσο και της ποιότητας της βοσκήσιμης βιομάζας, που οδηγεί τελικά στην υποβάθμιση του λιβαδιού. Με την έντονη βόσκηση ευνοούνται συνήθως φυτά που χαρακτηρίζονται ως ανεπιθύμητα για βόσκηση, σε βάρος των επιθυμητών πολυετών φυτών, όπως συμβαίνει σε περιοχές με θαμνότοπους που υπερβόσκονται μετά την πυρκαγιά. Εξάλλου, ο βαθμός αλλαγής της σύνθεσης ενός λιβαδιού, εξαιτίας της βόσκησης, εξαρτάται από την εποχή, από τη συχνότητα της βόσκησης και ιδιαίτερα από την ένταση με την οποία ασκείται η δραστηριότητα αυτή.
Πέρα από την εντατική βόσκηση και η επίδραση της φωτιάς μπορεί να υποβαθμίσει τις βοσκούμενες περιοχές. Η επίδραση της φωτιάς, όπως συμβαίνει με όλους τους οικολογικούς παράγοντες, μπορεί να είναι ευνοϊκή ή δυσμενής ανάλογα με τη μορφή της, την έντασή της, τη συχνότητα επανάληψης και τη σύνθεση του οικοσυστήματος στο οποίο εμφανίζεται και από τη συνεπίδραση άλλων παραγόντων και κυρίως της βοσκής. Οι τακτικές πυρκαγιές σε συνδυασμό με την έντονη βόσκηση που ασκείται αμέσως μετά, έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση την ποικιλότητας των φυτών, την αλλαγή της σύνθεσής τους και σαφώς μικρότερη βοσκήσιμη βιομάζα. Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο, που αφορά τη βόσκηση  σε πρόσφατα καμένες περιοχές ή και σε νεαρές φυτείες αναδασώσεων, είναι η καταστροφή των νεαρών φυταρίων, οπότε τότε η υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι ολοκληρωτική.
Ωστόσο, είναι γνωστό ότι οι φωτιές που βάζουν οι βοσκοί, έχουν συνήθως σαν στόχο τον έλεγχο της ανεπιθύμητης βλάστησης και της δάσωσης των βοσκοτόπων,  την παραγωγή νέων τρυφερών βλαστών από τους θάμνους στις περιπτώσεις των θαμνώνων και τη δημιουργία νέων εκτάσεων για βόσκηση με την καταστροφή του δάσους. Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις ο υπερβολικός αριθμός ζώων αποτελεί το λόγο που ωθεί τους βοσκούς στην πράξη αυτή. Ο ίδιος λόγος τους ωθεί στο να βάλουν το κοπάδι τους στην καμένη έκταση, πριν αυτή να είναι έτοιμη για βόσκηση (π.χ. πριν παράξουν σπόρους τα επιθυμητά νέα ετήσια λιβαδικά φυτά ή πριν μεγαλώσουν τα νεαρά δενδρύλλια -αναμονή μερικών ετών). Έτσι, δημιουργείται ο φαύλος κύκλος του εμπρησμού- της πυρκαγιάς- της υπερβόσκησης – της υποβάθμισης – της μείωσης στην αποδοτικότητα της βόσκησης – της απελπισίας του βοσκού – της νέας πυρκαγιάς και ούτω καθεξής. Δυστυχώς, η διάβρωση του εδάφους, που είναι αναπόσπαστο μέρος αυτού του κύκλου, οδηγεί σταδιακά στη απώλεια της ικανότητας του εδάφους για τη διατήρηση υψηλής βλάστησης, στη μερική ή ολική απογύμνωση και τελικά στην ερημοποίηση της περιοχής. Ερημοποίηση που οδηγεί τους βοσκούς σε αναζήτηση νέων εκτάσεων για τη βόσκηση των κοπαδιών τους, συχνά με εργαλείο τη φωτιά, ώστε να ξαναρχίσει  ο πιο πάνω φαύλος κύκλος.
Σε όλα τα πιο πάνω, έρχονται και οι επιδοτήσεις-ενισχύσεις προς τους κτηνοτρόφους για να διατηρήσουν το φαύλο κύκλο της υποβάθμισης. Όμως, η κοινωνικά και οικονομικά σημαντική αυτή πρακτική και ο τρόπος χορήγησης των ενισχύσεων, αποτελουν στην ουσία κίνητρα για την αύξηση του αριθμού των κτηνοτροφικών ζώων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βοσκοϊκανότητα των εκτάσεων στις οποίες βόσκουν. Έτσι, με δεδομένες τις καταστροφικές συνέπειες της υπερβόσκησης, το επιθυμητό αυτό μέσο των ενισχύσεων συντελεί, με τον τρόπο που εφαρμόζεται, τόσο στην οικολογική υποβάθμιση των βοσκούμενων εκτάσεων, όσο και στην έξαρση του φαινομένου των εμπρησμών από βοσκούς.
Μετά τις πρόσφατες πυρκαγιές και τις καταστροφικές επιπτώσεις και στο ζωικό κεφάλαιο, είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρη και αναγκαία η δημιουργία οργανωμένων και κοινόχρηστων χώρων για την εγκατάσταση κτηνοτροφικών μονάδων (Κτηνοτροφικών Πάρκων), καθώς τα ζώα που βόσκουν (ποιμενική αιγοπροβατοτροφία) χρειάζονται τουλάχιστον τροφή από χλωρή βλάστηση και υγιεινές συνθήκες διαμονής, ενώ η προστασία των καμένων εκτάσεων από τη βόσκηση είναι αναγκαία και επείγουσα συνδρομή στη Φυσική Αναγέννηση της βλάστησης. Εξυπακούεται, ότι στο γενικό πλαίσιο της κτηνοτροφικής αναδιάρθρωσης χρειάζονται ριζικές τομές και στις ράτσες των αιγοπροβάτων που οφείλουν να είναι περισσότερο σταβλιζόμενες και λιγότερο ελευθέρας βόσκησης.
Όπως συμφωνούν οι ειδικοί επιστήμονες, αλλά και οι κτηνοτρόφοι εκείνοι που προσδοκούν την προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης, η ανάγκη χάραξης μιας νέας ολοκληρωμένης πολιτικής είναι όσο ποτέ άλλοτε κι αναγκαία και απαραίτητη. Πολιτική, που να δημιουργεί κατάλληλο και εφικτό μηχανισμό διαχείρισης της βάσκησης, να εξασφαλίζει την αποφυγή της υπερβόσκησης με τη βελτίωση των λιβαδιών και τον παράλληλο έλεγχο της χρήσης τους, να χρησιμοποιεί τη σωστή βοσκή σαν παράγοντα μείωσης του κινδύνου πυρκαγιάς, να εξασφαλίζει την εκούσια συμμετοχή των κτηνοτρόφων χρησιμοποιώντας γι’ αυτό κάθε διαθέσιμο μέσο (επιδοτούμενη επιμόρφωση, προπαγάνδα, προγράμματα πιλότους, επιλεκτικές επιδοτήσεις κλπ.), να προβλέπει την παρακολούθηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων (οικολογικών, οικονομικών, διαχειριστικών) και τη λήψη διορθωτικών μέτρων όπου θα υπάρξουν προβλήματα, να χρησιμοποιεί έξυπνα τις επιδοτήσεις για την επιβολή της σωστής διαχείρισης, να δίνει έξυπνες και βιώσιμες λύσεις στα θέματα ιδιοκτησίας-δικαιωμάτων βοσκής, να προωθήσει τη δημιουργία Κτηνοτροφικών Πάρκων. Και στα οφέλη της δημιουργίας Κτηνοτροφικών Πάρκων περιλαμβάνονται η αύξηση των εισοδημάτων των κτηνοτρόφων, η προστασία του περιβάλλοντος, η αναβαθμισμένη ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων, η καλύτερη υγεία και ελεγχόμενη διατροφή των ζώων, η εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης ζώων και εργαζόμενων, η καλύτερη διαχείριση και αξιοποίηση του δυναμικού των βοσκοτόπων, η αισθητική αναβάθμιση του αγροτικού τοπίου και άλλα. Χωρίς τη μακρόπνοη αυτή στρατηγική, θα οδηγηθούμε σύντομα και στην ερημοποίηση, βαρύ αντίτιμο για την εφήμερη και μονομερή πρακτική που μέχρι σήμερα ακολουθείτε  (Πηγές: Μελέτη για τα Κτηνοτροφικά πάρκα από το Ψηφιακό Κέντρο Έρευνας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης 2004, ΚΥΑ για τα Κτηνοτροφικά πάρκα 487/12-7-2002, Κούκουρας και συνεργάτες 1992,  Παπαναστάσης 1994).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...