_______________

" In all things of Nature, there is something of the marvelous" (Aristotle -Parts of Animals, I.645A16)

" Nature ......loves simplicity and unity" ( J. Kepler -Apologia)


****** Για το Περιβάλλον, τη Βιώσιμη Προοπτική και ......άλλα Σημαντικά!

(http://sites.google.com/site/perivalloncom/
http://www.perivallon.com, http://envifriends2.blogspot.com, http://envifriends.blogspot.com)
_______________

* ΦΥΣΗ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ----- * ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ -

- Ο ΚΑΙΡΟΣ -

- Βρούβες και Ρόκα- Ζιζάνια για σαλάτες, φαγητά και στη φαρμακευτική

Οι βρούβες (λαψάνα, αγριοσινάπι) και η ρόκα είναι από τα πιο κοινά και δημοφιλή άγρια χόρτα στην Ελλάδα. Ευδοκιμούν σε ηλιόλουστα, ασβεστώδη εδάφη και όπου βρέχει ελάχιστα. Η καταγωγή τους είναι από τη νοτιοανατολική Ασία. Βρίσκονται στις περιοχές της Μεσογείου ως αυτοφυή, ενώ έχουν εγκλιματιστεί και στη βόρεια Αμερική. Είναι μονοετή, ποώδη φυτά. Η βρούβα και η ρόκα ανήκουν στην οικογένεια των Σταυρανθών ή Κραμβοειδών. Οι βρούβες έχουν ζωηρά κίτρινα άνθη, που σχηματίζουν ταξιανθίες και τα φύλλα είναι μετρίου μεγέθους που εναλλάσσονται. Ανθίζουν από το Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο. Η ρόκα έχει άνθη  λευκά, αποτελούνται από τέσσερα πέταλα σε σχήμα σταυρού, με πορφυρές φλέβες ή και σχηματίζουν ταξιανθίες. Είναι χειμωνιάτικο φυτό, ενώ ανθίζει από το Μάρτιο έως τον Ιούνιο. Τις βρούβες και τη ρόκα, τα βρίσκουμε σε γόνιμα χωράφια, χέρσα και εγκαταλειμμένα χωράφια, υποβαθμισμένα και μπαζωμένα εδάφη, σκουπιδότοπους,  ερειπωμένους τοίχους, αλλά και σαν ζιζάνια στους σιταγρούς.
Βρούβες (κν βρούβα=Sinapis arvensis, κν σινάπι=S. alba, μαυρόβρουβα=S. nigra, αγριόβρουβα=Sisybrium officinalis, πικρόχορτο= Sisybrium irio). Με το όνομα ‘’βρούβα’’υπάρχουν αρκετά άγρια χόρτα. Τα συναντάμε με διάφορα ονόματα όπως αγριόβρουβα, ραπανόβρουβα, λαψανόβρουβα, σκυλόβρουβα, γλυκόβρουβα, μαυρόβρουβα. ........(για ολόκληρο το κείμενο πατήστε κλικ στις παρακάτω τελείες)
Ανήκουν στα γένη σινάπι (Sinapis), σισύμβριo (Sisymbrium) και ερύσιμο ή αγριοκάρδαμο (Erysimum). Στο γένος σινάπι περιλαμβάνονται τρία υποείδη. Το κοινό σινάπι ή άσπρη βρούβα (Sinapis alba), τη μαύρη βρούβα (Sinapis nigra) και την άγρια βρούβα (Sinapis arvensis). Η διαφορά τους βρίσκεται στο χρώμα των νευρώσεων που έχουν τα φύλλα τους, στο αρχικό στάδιο βλάστησης όταν σχηματίζουν ροζέτα. Συγγενές με το σινάπι είναι και τα μπρόκολο, κουνουπίδι, λάχανο κ.ά. Το ‘’ερύσιμον’’ που αναφέρει ο Θεόφραστος –από τη Λέσβο, θεμελιωτής της βοτανικής-  το πιθανότερο είναι ότι περιγράφει τη κοινή βρούβα, που φυτρώνει ακόμα και στα οικοδομικά μπάζα. Τα είδη S. alba, S. nigra και S. juncea καλλιεργούνται στην Ουγγαρία, Γαλλία, Βρετανία, Καναδά και  Η.Π.Α για τα καυτερά τους σπόρια από τα οποία παρασκευάζεται το γνωστό καρύκευμα μουστάρδα. Οι σπόροι αυτοί περιέχουν φυτικά έλαια και ένα ισχυρό υδρολυτικό ένζυμο που ονομάζεται μυροσίνη. Όταν ξεραθούν, κονιοποιηθούν και ανακατευτούν με νερό, τότε γίνεται μια χημική αντίδραση, η οποία δίνει ένα έλαιο (αλλυλοσιναπέλαιο) που έχει οσμή ερεθιστική και γεύση καυτερή και στυφή. Από τη λευκή βρούβα παρασκευάζεται η λευκή μουστάρδα, από τη μαύρη βρούβα η μαύρη μουστάρδα, ενώ η καφετιά παρασκευάζεται από το είδος Brasica juinca. Μια παραλλαγή του είδους ‘’λευκή βρούβα’’, που είναι γνωστή ως ‘’βρουβολάψανο’’, είναι αυτοφυής στην Ελλάδα. Οι καρποί του είναι αγκαθωτοί, τα σπόρια του κίτρινα και το έλαιο των σπόρων του χρησιμοποιείται ως φωτιστικό καύσιμο.
Οι βρούβες, τρώγονται τα φύλλα σε βραστή σαλάτα με ελαιόλαδο και λεμόνι. Πολύ νόστιμα και τρυφερά είναι τα ανθοφόρα βλαστάρια τους που κόβονται μαζί με τα μπουμπούκια νωρίς την άνοιξη. Ονομάζονται πορίχια ή τσιμπιτή βρούβα, από τον τρόπο που κόβονται, σαν να τσιμπάμε τους πολύ τρυφερούς βλαστούς. Στις γλυκές βρούβες τα ‘’τσιμπιτά’’ λέγονται και ‘’γλυκοβλάσταρα’’. Γίνονται βραστά, όπως και τα φύλλα, αλλά σε πολλά χωριά συνηθίζουν να τα βάζουν σε λαδερά φαγητά με κουκιά ή αρακά. Γενικά, οι βρούβες δίνουν μια κάπως βαριά μυρωδιά, παρόμοια με του μπρόκολου. Αποδίδουν μία ελαφρώς καυστική γεύση, πικρή, που παντρεύεται με την γεύση του λαδιού και πηγαίνει άριστα με τα ψάρια.
Το άσπρο σινάπι ή άσπρη βρούβα είναι φυτό που φτάνει μέχρι τα 80 εκατοστά με μικρά κίτρινα λουλούδια που ανθίζουν από το Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο. Το μαύρο σινάπι είναι κι αυτό μικρό φυτό- μπορεί να φτάσει έως και τα 120 εκατοστά- με επίσης κίτρινα λουλούδια που ανθίζουν από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο και ευδοκιμεί σε χωράφια, ερειπωμένους τοίχους, σκουπιδότοπους και σα ζιζάνιο στους σπαρμένους με στάρι αγρούς. Το συναντάμε στην Ευρώπη και στην Ασία, αλλά κυρίως στις Μεσογειακές χώρες. Είναι γνωστό επίσης και ως Λαψάνα ή Βρούβα.
Η βρούβα ή σινάπι είναι γνωστό από την εποχή του Ιπποκράτη. Στο μεσαίωνα το χρησιμοποιούσαν ως συντηρητικό των τροφών, γιατί σταματά τη δράση των μικροοργανισμών. Χρησιμοποιούνται οι σπόροι (από τους οποίους γίνεται η μουστάρδα) και τα φρέσκα φύλλα του. Στην κουζίνα χρησιμοποιείται η άσπρη και η άγρια βρούβα, ενώ στη φαρμακοποιία η μαύρη βρούβα. Το άσπρο σινάπι έχει διεγερτική επίδραση σε όλες τις λειτουργίες του οργανισμού και δίνει μια αίσθηση ευεξίας ενώ με το μαύρο κάποιοι κάνουν "σιναπισμούς" (χτυπώντας σπόρους και τοποθετώντας τον πολτό εξωτερικά) για να δημιουργήσουν τοπική υπεραιμία.
Το σινάπι ή βρούβα, έχει πάρα πολλές θεραπευτικές ιδιότητες και εκτός από τη γνωστή μουστάρδα χρησιμοποιείται ως αφέψημα, ζωμός, αλεύρι, λάδι (σιναπόλαδο), έγχυμα, κατάπλασμα κ.ά. Πρέπει να αποφεύγεται η χρήση του σκέτου σιναπόσπορου γιατί είναι πολύ καυστικός, όπως και του αδιάλυτου σιναπόλαδου στο δέρμα γιατί προκαλεί εγκαύματα. Καλό θα είναι οι υπερτασικοί να αποφεύγουν το σινάπι. Όλες οι βρούβες έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες και η βρώση τους θεωρείται καθαρτική, αποτοξινωτική, τονωτική με ευεργετικά αποτελέσματα στο κυκλοφοριακό και τη καρδιά. Από την αρχαιότητα οι σπόροι του σιναπιού πιστεύεται ότι έχουν διεγερτικές ικανότητες. Οι σπόροι της μαύρης βρούβας χρησιμοποιούνται για παραγωγή φαρμάκων.
Η παροιμιώδης έκφραση ‘’πήγε για βρούβες’’ χρησιμοποιείται για πράξεις ανώφελες, που δεν έχουν κανένα πρακτικό σκοπό ή αποτέλεσμα. Κι αυτό λέγεται, διότι οι βρούβες είναι τόσο κοινές και φυτρώνουν παντού ώστε πραγματικά είναι άσκοπο να βάλει κάποιος στόχο να βρει και να μαζέψει βρούβες.
Ρόκα (Eruca sativa). Αυτοφύεται αλλά και σπέρνεται όλο το χρόνο, οπότε υπάρχει σ' όλες τις εποχές. Το ύψος του φυτού φτάνει τα 80 χιλιοστά με βλαστούς που διακλαδίζονται. Ο βλαστός και τα φύλλα της ρόκας τρώγονται σε διάφορες σαλάτες. Η γεύση της είναι πιπεράτη, αρωματική και ελαφρώς πικρή. Σε ορισμένες περιοχές μαγειρεύεται μαζί με κρέας. Ένα είδος σαλάτας με ρόκα, παρμεζάνα, λιαστές ντομάτες και ξύδι μπαλσάμικο είναι πολύ δημοφιλές στην Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα. Μπαίνει με άλλα χορταρικά σε σούπες και μπορεί να γίνει ‘’πέστο’’ με ρόκα αντί για βασιλικό. Τα τελευταία χρόνια η ζήτηση της ρόκας έχει αυξηθεί, ενώ υπάρχουν καλλιέργειες σε πολλές περιοχές. Η άγρια ρόκα έχει πιο πιπεράτη γεύση και πιο έντονο άρωμα από τη καλλιεργούμενη. Από τα σπόρια του φυτού λαμβάνεται ένα ελαφρώς καυστικό έλαιο που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική. Τα φύλλα της είναι πτερωτά και ο καρπός της  μικρός και κωνικός, ραμφοειδής και φέρει σπόρια ωοειδή, κίτρινου χρώματος. Από τα σπόρια του φυτού λαμβάνεται ένα ελαφρώς καυστικό έλαιο που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική. Η ρόκα μπορεί να καλλιεργηθεί πανεύκολα στον κήπο και χωρίς ιδιαίτερες περιποιήσεις, ενώ είναι άριστο μελισσοκομικό φυτό. 
Η ρόκα, κατά το Γαληνό -μεγάλος Έλληνας ιατρός της αρχαιότητος- είναι θερμαντικό λαχανικό το οποίο πιο εύκολα τρώγεται ανακατεμένο με μαρουλόφυλλα, διαφορετικά, εάν καταναλώνεται ειδικά μόνο του μπορεί να προξενήσει πονοκέφαλο. Με βάση τα όσα αυτός καταγράφει, οι σπόροι της ρόκας είναι αυτοί οι οποίοι διαθέτουν αφροδισιακά χαρακτηριστικά. Μπορούν και διεγείρουν την ερωτική διάθεση και ορμή, ενώ παραλλήλως συνεπικουρούν στη βελτίωση της σπερματοπαραγωγής. Ο Διοσκουρίδης –ο θεμελιωτής της φαρμακολογίας- μας πληροφορεί ότι στην αρχαιότητα συνήθιζαν να χρησιμοποιούν ως άρτυμα το σπόρο της ρόκας σε βρασμένα χόρτα! Ο ίδιος σημειώνει ότι η ρόκα (και τα πράσινα μέρη, αλλά και ο σπόρος) όταν καταναλώνεται σε μεγάλη ποσότητα, προκαλεί, ισχυρή σεξουαλική επιθυμία.. Στα ρωμαϊκά χρόνια τη χρησιμοποιούσαν ως παυσίπονο. Εκείνοι που επρόκειτο να υποστούν την τιμωρία του μαστιγώματος, έπιναν ένα ποτήρι κρασί μέσα στο οποίο είχαν βάλει ρόκα. Έτσι οι πόνοι ήταν πιο υποφερτοί. Ο σπόρος της ρόκας εθεωρείτο πεπτικός διουρητικός και ότι διευκόλυνε τις κενώσεις του εντέρου. Τον ζύμωναν με γάλα ή ξύδι, τον έκαναν ''τροχισκούς'' κάτι σαν τα σημερινά δισκία και το διατηρούσαν για πολύ καιρό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...