_______________

" In all things of Nature, there is something of the marvelous" (Aristotle -Parts of Animals, I.645A16)

" Nature ......loves simplicity and unity" ( J. Kepler -Apologia)


****** Για το Περιβάλλον, τη Βιώσιμη Προοπτική και ......άλλα Σημαντικά!

(http://sites.google.com/site/perivalloncom/
http://www.perivallon.com, http://envifriends2.blogspot.com, http://envifriends.blogspot.com)
_______________

* ΦΥΣΗ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ----- * ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ -

- Ο ΚΑΙΡΟΣ -

-Για τα Ψάρια: Σημαντικά και Ενδιαφέροντα

Τα ψάρια, ο αρχέγονος αυτός οργανισμός με οστέινο (αστεϊχθύες* ή τελεόστεοι ανήκουν τα περισσότερα και πιο εξελιγμένα ψάρια) ή χόνδρινο σκελετό (χονδριχθύες** έχουν σκελετό αποτελούμενο από χόνδρους ή χόνδρινες πλάκες, όπως τα Σαλάχια και Καρχαρίες), είναι αποκλειστικά προσαρμοσμένα σε υδρόβια διαβίωση ( αλμυρό, γλυκό και υφάλμυρο νερό). Εκτιμάται ότι τα πρώτα ψάρια, τα ονομαζόμενα Άγναθα (έλλειψη σαγονιών) εμφανίστηκαν πριν από 400 εκατομμύρια χρόνια, κατά τη Σιλούριο περίοδο του Παλαιοζωικού. Κατά την εξελικτική τους πορεία, πολλά από τα είδη αυτά δεν κατόρθωσαν να διαιωνιστούν και σήμερα οι μόνοι αντιπρόσωποί τους είναι οι Λάμπραινες και οι Μυξίνοι. Μια άλλη κατηγορία ψαριών, που το σώμα τους καλύπτονταν από πλάκες (Πλακόδερμα), άρχισαν να εμφανίζονται κατά τη Δεβόνιο περίοδο και εξαφανίστηκαν οριστικά στην Πέρμιο περίοδο, του Παλαιοζωικού. Οι πιο εξελιγμένες μορφές ψαριών, οι χονδροϊχθύες και οι οστεϊχθύες, εμφανίστηκαν στις αρχές της Λιθανθρακοφόρου περιόδου. Οι χονδροϊχθύες είχαν μεγάλη διάδοση κατά την περίοδο αυτή, αλλά με το πέρασμα του χρόνου διάφορα είδη εξαφανίστηκαν και σήμερα υπάρχει μόνο μικρός αριθμός αντιπροσωπευτικών ειδών (π.χ. Καρχαρίες, Σαλάχια). Μέχρι σήμερα έχουν μελετηθεί περίπου 31.000 είδη ψαριών και οι οστεϊχθύες αποτελούν την κυρίαρχη ομάδα (ομοταξία) των ψαριών. Υπάρχουν ψάρια που ζουν μακριά από τις ακτές (πελαγικά), στα ανοιχτά βαθιά νερά (βαθυπελαγικά), μεταξύ βυθού και επιφάνειας και ψάρια του βυθού, αλλά και είδη του γλυκού νερού που ζουν στα τρεχούμενα νερά (ρεόφιλα) και είδη των στάσιμων ή με μικρή ροή νερά (λιμνόφιλα).
Παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τους βιότοπους των ψαριών είναι η αλμυρότητα, η θερμοκρασία, η πίεση, τα θαλάσσια ρεύματα, αλλά και οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες, από την υπεραλίευση, την αλίευση γόνου μέχρι και τη ρύπανση και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. ......(για περισσότερα)
Ανάλογα με την αλμυρότητα του περιβάλλοντος τα ψάρια διακρίνονται στα ψάρια τα οποία ζουν σε αλμυρό περιβάλλον, στα ψάρια τα οποία ζουν σε γλυκά νερά και στα ψάρια τα οποία ζουν σε γλυκά και σε αλμυρά νερά. Η θερμοκρασία είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επηρεάζει τους βιότοπους των ψαριών. Τα ψάρια μπορούν να επιβιώσουν σε ένα μικρό πλάτος θερμοκρασιών του ύδατος. Έτσι πολλές φορές ψάρια τα οποία ζουν κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας στις βόρειες περιοχές μπορούν να επιβιώσουν στις τροπικές περιοχές σε μεγάλο βάθος, όταν το επιτρέπουν άλλοι παράγοντες (πίεση, αλμυρότητα κ.ά.). Η πίεση είναι ένας παράγοντας, ο οποίος επηρεάζει το βάθος στο οποίο μπορούν να επιβιώσουν τα ψάρια. Το βάθος εξαρτάται από την αντοχή του σώματος στις ισχυρές πιέσεις, και από τη δυνατότητα της νηκτικής κύστης. Σήμερα έχει εξακριβωθεί ότι υπάρχουν ψάρια τα οποία ζουν σε βάθος 7.000 μ. και πιστεύεται ότι μπορούν να ζουν ψάρια μέχρι το βάθος 10.000 μέτρων.
Το μήκος των ψαριών ποικίλλει. Το μεγαλύτερο σε μήκος ψάρι των θαλασσών είναι ο Ρινόδους ( 16 - 23 μέτρα.) Από τα ψάρια των γλυκών νερών το μεγαλύτερο σε διαστάσεις είναι ο Αραπάϊμα που ζει στους ποταμούς της Βραζιλίας και Γουιάνας με μήκος περίπου 5 μέτρα. Το μικρότερο σε μήκος ψάρι, περίπου 3-5 cm, είναι το ενδημικό της Αιτωλοακαρνανίας, ο Νανογωβιός, ενώ ένα είδος Γωβιού, που ζει στη θάλασσα των Φιλιππίνων έχει μήκος περίπου 8cm.
Για την αναγνώριση, ταυτοποίηση και συστηματική ταξινόμηση των ψαριών χρησιμοποιούνται τα ειδικά χαρακτηριστικά του κεφαλιού των ψαριών (π.χ. ρύγχος, στόμα, μάτια, καλύμματα βραγχίων, ρουθούνια, μουστάκια), ο αριθμός των λεπιών της πλευρικής γραμμής, αλλά και η μορφή και η θέση των πτερυγίων, ενώ η σύγχρονη και αδιαφιλονίκητη αναγνώριση στηρίζεται στο DNA και σε άλλες γενετικές και βιοχημικές μεθοδολογίες.
-Λίγη Ανατομία και Φυσιολογία:Το σώμα των ψαριών διακρίνεται στο κεφάλι, στον κορμό, στα πτερύγια και στην ουρά. Τα ψάρια δεν έχουν άκρα, και τα πτερύγια τους είναι το μέσον για να κινούνται. Στο κεφάλι υπάρχει το κρανίο, που προστατεύει τον εγκέφαλο, το στόμα, δυο ρινικές κοιλότητες, ένα ζεύγος πλευρικών ματιών και πίσω απ' αυτά τα όργανα ακοής. Τα μάτια των ψαριών δεν έχουν βλεφαρίδες και έχουν μεγάλη ευχέρεια κίνησης. Αυτή η κινητικότητα σε συνδυασμό με τη θέση τους στα πλαϊνά του κεφαλιού, προσφέρουν ένα εύρος οπτικού πεδίου περίπου 270°. Σε αντίθεση με το εύρος πεδίου η σαφήνεια -καθαρότητα της όρασης τους είναι συνηθισμένη. Πέρα από μια συγκεκριμένη απόσταση ξεχωρίζουν μάζες και σχήματα παρά λεπτομέρειες. Τα ψάρια είναι πολύ ευαίσθητα στις διακυμάνσεις του φωτός. Ανιχνεύουν χαμηλής έντασης φωτισμό όπως αυτό του φεγγαριού και αναγνωρίζουν χρώματα.
Το στόμα των ψαριών ανάλογα με τις διατροφικές τους συνήθειες ποικίλει με μέγεθος και σχήμα. Τα σαρκοφάγα ψάρια έχουν γενικά μεγάλο στόμα που μπορεί να ανοίξει πολύ και είναι εφοδιασμένο με μια διάταξή αιχμηρών δοντιών, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις είναι καμπυλωτά με κλίση προς τα πίσω για να συγκρατούν τη λεία τους. Τα παμφάγα και φυτοφάγα ψάρια έχουν μικρότερο στόμα με επίπεδα δόντια, ιδανικά προσαρμοσμένα για να αλέθουν την τροφή. Η θέση του στόματος στο κεφάλι μπορεί ομοίως να αποκαλύψει πληροφορίες για τη διατροφή του ψαριού. Ένα στόμα στο επάνω μέρος του κεφαλιού υποδεικνύει ότι το ψάρι τρέφεται στην επιφάνεια από κομμάτια τροφής που επιπλέουν ή αιωρούνται κοντά σε αυτήν. Ένα στόμα στο μέσο του κεφαλιού υποδεικνύει ότι το ψάρι κυνηγάει μέσα στο νερό, ενώ ένα στόμα στο κάτω μέρος σημαίνει ότι το ψάρι τρέφεται στον πυθμένα.
Τα ψάρια που ζούνε στον πυθμένα ή σε σκοτεινό περιβάλλον (χρωματισμένο ή θολό νερό) έχουν μουστάκια περιμετρικά από το στόμα. Αυτές οι προσθετικές αποφύσεις είναι αισθητήρια όργανα που ενισχύουν κάποιες αισθήσεις όπως της αφής, δρώντας συμπληρωματικά ή μερικές φορές αντικαθιστώντας εντελώς την όραση επιτρέπουν στο ψάρι να ανίχνευση πιθανές πηγές τροφής. Στα ψάρια με μουστάκια ανήκουν πολλά είδη γατόψαρων κάθε σχήματος και μεγέθους. Δύο ή τέσσερα ρουθούνια είναι τοποθετημένα μπροστά από τα μάτια. Δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αναπνοή αλλά εκτείνονται μέσα στο κεφάλι δια μέσω μιας οσφρητικής κύστης. Λαμβάνουν και αναλύουν μυρωδιές, πολύ περισσότερες απ’ότι οι άνθρωποι και σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις.
Ο πεπτικός σωλήνας των ψαριών είναι ευθύγραμμος και περιλαμβάνει στόμα, φάρυγγα, οισοφάγο, στομάχι, έντερο και έδρα. Ειδικά στους οστεϊχθύες πλευρικά από τον πεπτικό σωλήνα είναι συνδεμένη, η νηκτική κύστη. Αυτή έχει τη δυνατότητα να παίρνει διάφορες ποσότητες αέρα με αποτέλεσμα οι δημιουργούμενες συνθήκες άνωσης να επιτρέπουν την ισορροπία του ψαριού στο επιθυμητό βάθος. Στα τοιχώματα της νηκτικής κύστης υπάρχουν μύες, οι οποίοι μπορούν να τη συστέλλουν ή να τη διαστέλλουν. Η διαστολή ή η συστολή εξαναγκάζει τον αέρα σε ταλάντωση με αποτέλεσμα την παραγωγή ήχων. Οι μύες των ψαριών διακρίνονται σε κόκκινους ή σκουρόχρωμους και λευκούς και είναι χωρισμένοι σε μέρη που συγκρατούνται από χόνδρινο ή οστέινο σκελετό. Η αναπνοή των ψαριών γίνεται με τα βράγχια. Το νερό περνάει από το στόμα των ψαριών και περιβρέχει τα βράγχια. Κατά τη δίοδο του αίματος από τα βράγχια η αιμογλοβίνη παραλαμβάνει το οξυγόνο, που βρίσκεται διαλυμένο στο νερό, και περνώντας από τους ιστούς το αφήνει, απορροφώντας παράλληλα το διοξείδιο του άνθρακα. Η καρδιά των ψαριών έχει δυο χώρους, όπως και στα ανώτερα ζώα. Όλα τα ψάρια έχουν συκώτι, σπλήνα και πάγκρεας. Για την απέκκριση υπάρχει ένα ζεύγος νεφρών. Το νευρικό σύστημα περιλαμβάνει τον πρόσθιο εγκέφαλο, το μεσεγκέφαλο, τον πίσω εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, που εκτείνεται μέχρι την ουρά. Υπάρχουν δέκα κρανιακά νεύρα και ένα νευρικό τόξο σε κάθε σπόνδυλο. Τα αισθητήρια όργανα που διαθέτουν τα ψάρια είναι της όρασης, της ακοής, της όσφρησης, της γεύσης, της αφής και της πλευρικής γραμμής.
Εκτός από έναν περιορισμένο αριθμό ψαριών, τα οποία είναι ερμαφρόδιτα, τα υπόλοιπα ψάρια έχουν χωριστά φύλα. Στους χονδροϊχθύες η γονιμοποίηση γίνεται εσωτερικά με ένα ζεύγος ψαλίδων, τις οποίες έχουν τα αρσενικά άτομα στα κοιλιακά τους πτερύγια. Στους οστεϊχθύες τα αρσενικά άτομα έχουν ένα ζεύγος όρχεων και τα θηλυκά ωοθήκες. Οι όρχεις και οι ωοθήκες βρίσκονται κοντά στα νεφρά. Η γονιμοποίηση των οστεϊχθύων μπορεί να είναι εσωτερική ή εξωτερική. Κατά την εξωτερική γονιμοποίηση το θηλυκό αφήνει τα αβγά του στο υδάτινο περιβάλλον, όπου τα γονιμοποιεί το αρσενικό. Μερικά ψάρια είναι ωοζωοτόκα. Τα αβγά εκκολάπτονται μέσα στο μητρικό σώμα, χωρίς να υπάρχει σύνδεση μεταξύ εμβρύου και μητέρας. Άλλα είδη είναι ζωοτόκα. Το έμβρυο προσκολλάται με ένα είδος πλακούντα στα τοιχώματα της μήτρας της μητέρας και διατρέφεται απ' αυτήν.
Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες ψαριών, από τις οποίες άλλα εκπέμπουν φως (φωτοφόρα όργανα), άλλα εκπέμπουν ήχους και άλλα δημιουργούν γύρω τους ηλεκτρικό πεδίο. Περίπου τα 2/3 των θαλάσσιων ψαριών τα οποία ζουν σε μεγάλα βάθη, αλλά και μερικά είδη τα οποία ζουν στα αβαθή θαλάσσια ύδατα, έχουν την ιδιότητα του βιοφωσφορισμού. Ο φωσφορισμός αυτός υποβοηθάει τα ψάρια στην αύξηση του οπτικού πεδίου τους, στην αναγνώριση μεταξύ τους, αλλά και στην προσέλκυση της λείας τους ή να διαφεύγουν από τους εχθρούς τους. Από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις είναι το θηλυκό του ψαριού Κερατία η λοφία ή Ψάρι με φωτεινή κεραία. Το αρσενικό, που παραμένει νάνος, δεν έχει κεραία και είναι ανίκανο να ζήσει μόνο του. Από τη γέννησή του προσκολλάται στο πλευρό του θηλυκού και μένει εκεί για όλη του τη ζωή τρεφόμενο από το σώμα της συντρόφου του. Μόνη του δουλεία είναι να γονιμοποιεί τα αβγά του θηλυκού.
Οι ήχοι τους οποίους εκπέμπουν τα ψάρια προέρχονται από τη νηκτική κύστη, ή από τριβή διάφορων τμημάτων του σώματός τους. Οι παραγόμενοι ήχοι, φαίνεται ότι χρησιμοποιούνται ως μέσο επικοινωνίας, ως μέσο επίθεσης ή άμυνας, αλλά και στη δημιουργία των γενετήσιων σχέσεών τους. Η δημιουργία του ηλεκτρικού πεδίου συνήθως γίνεται από διάφορες μυϊκές ίνες, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί σε ένα είδος ηλεκτρικών στηλών. Τα ψάρια, τα οποία δημιουργούν γύρω τους ισχυρό ηλεκτρικό πεδίο, εκμεταλλεύονται την ιδιότητα αυτή ως μέσο άμυνας ή επίθεσης. Συνήθως όμως το ηλεκτρικό πεδίο χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας, προειδοποίησης, αλλά και για την υποβοήθηση της πλεύσης.
Τα ψάρια που είναι γρήγοροι κολυμβητές, όπως ο τόνος, μετακινούνται συστέλλοντας εναλλάξ τους μυς στα δύο πλευρά τους. Έτσι, παράγουν ένα «ωστικό» κύμα κατά μήκος του σώματός τους, που σπρώχνει το νερό τόσο από τα πλάγια όσο και από το πίσω μέρος του. Οι δύο αντίθετες δυνάμεις που ασκούν τα πλευρά αλληλο-ακυρώνονται, οπότε μένει η ώθηση που τους δίνει το πίσω μέρος τους, η οποία τα σπρώχνει μπροστά. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε ένα ψάρι να κάνει. όπισθεν θα ήταν ένα «ωστικό» κύμα με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από την ουρά προς τη μύτη. Από τη στιγμή όμως που το μπροστινό μέρος ενός ψαριού είναι μυτερό και έχει αεροδυναμικό σχήμα, αυτή η δύναμη δεν είναι τόσο έντονη. Εξάλλου, το μπροστινό μέρος του σώματος ενός ψαριού δεν είναι τόσο ευέλικτο όσο το πίσω, οπότε και το «ωστικό» κύμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει θα ήταν πολύ μικρότερο. Βέβαια, τα ψάρια μετακινούνται και με έναν άλλο τρόπο, χρησιμοποιώντας τα πτερύγιά τους σαν κουπιά. Έτσι, δεν κολυμπούν τόσο γρήγορα, αλλά μπορούν να κάνουν ευκολότερα μανούβρες. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι είδη που ζουν σε οικοσυστήματα με πολλά εμπόδια, όπως κοραλλιογενείς υφάλους, χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά τα πτερύγιά τους για να μετακινούνται, ενώ μερικά από αυτά μπορούν ακόμη και να κολυμπήσουν προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, τα μόνα ψάρια που δεν μπορούν καθόλου να κολυμπήσουν προς τα πίσω είναι όσα δεν έχουν νηκτική κύστη, όπως οι καρχαρίες. Αυτά τα ψάρια βουλιάζουν χάρη στην ώθηση που δίνει η διαρκής κίνηση του νερού στα θωρακικά πτερύγιά τους.
Το πιο διαδεδομένο σχήμα για το ψάρι είναι το ατρακτοειδές καθώς αυτό το διευκολύνει στην κολύμβηση σε οποιεσδήποτε συνθήκες μέσα στο υγρό στοιχείο. Τα υδροδυναμικά χαρακτηριστικά σε ένα ψάρι του επιτρέπουν ταχεία επιτάχυνση και ταχύτητα μερικές φορές ανώτερη από 20 χλμ/ώρα. Εξάλλου, υπάρχουν και άλλες φόρμες που αν και αρκετά διαφορετικές συνδέονται από τον ίδιο τρόπο ζωής των ψαριών. Για παράδειγμα, όσα ζουν στον πυθμένα σε πολλές περιπτώσεις έχουν επίπεδα σώματα, ενώ σε νερά με πλούσια βλάστηση και κλαδιά παρατηρούμε σώματα συμπαγή και λεπτά, που τους επιτρέπουν να περνούν ανάμεσα από εμπόδια. Ωστόσο, υπάρχουν ψάρια και με παράξενες φόρμες εξειδικευμένες για συγκεκριμένο τρόπο ζωής σε συγκεκριμένο περιβάλλον.
-Αναπνευστικό και Κυκλοφοριακό Σύστημα: Είναι πολύ χαρακτηριστικό και ιδιόμορφο. Το νερό εισέρχεται μέσα από το στόμα, περνάει από τα βράγχια και αποβάλλεται από την κίνηση των καλυμμάτων τους. Αυτά τα επιπωμάτια λειτουργούν σαν μια βαλβίδα. Προστατεύουν τα βράγχια, ενώ εγγυώνται την κυκλοφορία του νερού, εξασφαλίζοντας ότι τα βράγχια είναι πάντοτε σε επαφή με το νερό από το οποίο παίρνουν το οξυγόνο. Πάντοτε μένει ένα μέρος νερού μέσα στα βράγχια. Το αίμα φορτωμένο με διοξείδιο του άνθρακα διοχετεύεται από την καρδιά στα βράγχια όπου και οξυγονώνεται. Η φύση έχει εφοδιάσει τα ψάρια με οχτώ βράγχια (τέσσερα σε κάθε πλευρά) καθένα από τα οποία αποτελείται από δύο φύλλα. Η συνολική επιφάνεια αυτών των πολύ βασικών οργάνων αν αναπτυχθούν-ξεδιπλωθούν είναι περίπου ίση με αυτή του σώματος τους. Τα βράγχια είναι ευαίσθητα όργανα ευάλωτα σε ζημίες από αιρούμενα σωματίδια και παράσιτα. Τέτοιες ζημιές έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση πρόσληψης οξυγόνου με όλες τις επακόλουθες δυσάρεστες συνέπειες. Αφού περάσει από τα βράγχια το αίμα πλούσιο σε οξυγόνο διατρέχει όλο το σώμα και το οξυγόνο καταναλώνεται για τις φυσιολογικές λειτουργίες του ψαριού. Η ποσότητα οξυγόνου που απαιτείται δεν είναι απόλυτα αναλογική με το μέγεθος του ψαριού. Τα μικρότερα ψάρια είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές οξυγόνου και ο πρακτικός κανόνας λέει ότι δέκα ψάρια του ενός γραμμαρίου το καθένα καταναλώνουν περισσότερο οξυγόνο από ένα ψάρι δέκα γραμμαρίων. Στην ιστορία της εξέλιξης κάποια είδη ψαριών έχουν αποδεσμευτεί από την ανάγκη να λαμβάνουν οξυγόνο μέσα από το νερό αναπτύσσοντας ειδικά όργανα που τους επιτρέπουν να αναπνέουν ατμοσφαιρικό αέρα.
-Απεκκριτικό Σύστημα: Αυτό επιτρέπει στην τροφή που δεν έχει χωνευτεί να εκκενωθεί μέσω του πρωκτού με τη μορφή περιττωμάτων. Τα ούρα σχηματίζονται στα νεφρά που βρίσκονται κάτω από την σπονδυλική στήλη και εκκενώνονται μέσω ενός ουρητικού πόρου. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τα ψάρια αποβάλουν αζωτούχα παράγωγα και μέσω των βράγχιών τους. Όλες οι απόβλητες ουσίες περιέχουν άζωτο και είναι τοξικές για τα ζώα, αλλά, σε ένα ισορροπημένο περιβάλλον, αυτές οι ουσίες μετατρέπονται ακολούθως σε νιτρικά, που δε προκαλούν ιδιαίτερη ζημιά, και δεσμεύονται από τα φυτά σαν θρεπτικά συστατικά.
-Η Νηκτική Κύστη: Το σώμα των ψαριών καθώς είναι φτιαγμένο από σάρκα και κόκαλα, είναι λίγο βαρύτερο από το νερό της θάλασσας. Αυτό σημαίνει ότι αν έμεναν ακίνητα θα βυθίζονταν αργά αλλά σταθερά και θα πήγαιναν στον πυθμένα. Αυτό ίσως να είναι πλεονέκτημα για κάποια ψάρια που περνάνε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής τους προσκολλημένα στον πυθμένα. Για ψάρια, όπως για παράδειγμα ο Τόνος, το Σκουμπρί, η Σαρδέλα και οι περισσότεροι Καρχαρίες, αυτή η μόνιμα αρνητική πλευστότητα είναι ίσως ο βασικότερος παράγοντας, που τους επιβάλει τον τρόπο ζωής τους. Δηλαδή, να ταξιδεύουν διαρκώς στη θάλασσα, κολυμπώντας σε βάθη όπου υπάρχει τροφή. Για να συγκρατηθούν εκεί είναι αναγκασμένα να κολυμπούν συνεχώς και να μην κοιμούνται ίσως ποτέ. Ο τρόπος με τον οποίο κάποια ψάρια έχουν ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα της βύθισης ή της αέναης κίνησης λέγεται νηκτική κύστη και τα ψάρια που τη διαθέτουν μπορούν να αιωρούνται στο νερό χωρίς προσπάθεια, σε οποιοδήποτε βάθος. Πρόκειται για ένα όργανο συνδεδεμένο με το πεπτικό σύστημα, που μοιάζει με ασκό ο οποίος γεμίζει με αέρια και βοηθάει το ψάρι να ρυθμίζει την πλευστότητά του. Η κύστη αυτή αυξάνει τον όγκο του ψαριού χωρίς να μεταβάλει το βάρος του κρατώντας το σε απόλυτη ισορροπία μέσα στο νερό. Για να κατέβει από την επιφάνεια του νερό προς μεγαλύτερα βάθη συμπιέζει την κύστη ελαττώνοντας την περιεκτικότητά της σε αέρια, ενώ το αντίστροφο συμβαίνει κατά την άνοδο. Υπάρχει ο κίνδυνος κατά την άνοδο, αν αυτή είναι βεβιασμένη ο αέρας από την κύστη να μην προλάβει να αποβληθεί με αποτέλεσμα το ψάρι να βρεθεί στην επιφάνεια με τη νηκτική κύστη έξω από το στόμα του. Πολλές φορές έχουν βρεθεί ψάρια νεκρά, καθώς αυτά ανέβηκαν απότομα στην επιφάνεια-χωρίς να μπορέσουν να ρυθμίσουν τον αέρα της νηκτικής τους κύστης- από φυσικά αίτια (π.χ. υποθαλάσσια κατολίσθηση, σεισμική δόνηση), και ανθρωπογενείς δραστηριότητες (π.χ. εκρήξεις δυναμίτιδας, πεδίο βολής). Είναι ένα σημαντικό υδροστατικό όργανο με δυνατότητες παραγωγής ή και συλλογής ήχων. Την έχουν τα περισσότερα ψάρια και χρησιμοποιείται για τον έλεγχο πλεύσης τους. Πρόκειται για ένα σάκο που περιέχει αέρα και ο ρόλος της είναι να δίνει την δυνατότητα στο ψάρι να ισορροπεί στα διαφορετικά βάθη του νερού και στις διαφορετικές πιέσεις που εξασκούνται. Τα ψάρια που έχουν νηκτική κύστη δεν μπορούν να μετακινούνται γρήγορα από την επιφάνεια του νερού σε βαθύτερα στρώματα ή αντίθετα, γιατί χρειάζονται ένα διάστημα μέχρι να προσαρμοστούν στις νέες πιέσεις που συναντούν. Τα είδη που δεν έχουν νηκτική κύστη ή έχουν πολύ μικρή, είναι υποχρεωμένα να κινούν συνέχεια τα πτερύγια τους (π.χ Καρχαρίες, Τόνος, Σκουμπρί ) ή να ζουν μόνιμα στον πυθμένα (π.χ Γλώσσες, Σαλάχια ). Η σύνθεση του αέρα της νηκτικής κύστης είναι διαφορετική ανάμεσα στα είδη, αλλά ακόμα και σε άτομα του ίδιου είδους. Αποτελείται ενδεικτικά από οξυγόνο (3-9%) , διοξείδιο του άνθρακα (1-6%) και άζωτο (58-95%). Η νηκτική κύστη συνδέεται με τα εσωτερικά όργανα πέψης των ψαριών με την βοήθεια ενός αγωγού (πνευμονοαγωγός ή πνευματικός σωλήνας). Κάποια είδη ψαριών που έχουν μικρή νηκτική κύστη χρησιμοποιούν το έντερό τους και το πνευμονοαγωγό για την πλευστότητά τους. Γι’ αυτό και τα βλέπουμε πολύ συχνά να κατευθύνονται στην επιφάνεια όπου καταπίνουν αέρα για να τον αποθηκεύσουν στο έντερό τους. Σε κάποια είδη η νηκτική κύστη έρχεται σε επαφή με τον λαβύρινθο του αυτιού, η αίσθηση της ακοής τους είναι πολύ ανεπτυγμένη, ενώ συχνά μικροί ήχοι γίνονται αντιληπτοί.
-Η Πλευρική Γραμμή: Τα αισθητήρια όργανα της πλευρικής γραμμής βρίσκονται μέσα σε αγωγούς κατά μήκος της επιδερμίδας, οι οποίοι αρχίζουν από το κεφάλι (κάλυμμα βραγχίων) και απολήγουν στην ουρά. Το κάθε όργανο αποτελείται από σύνολο αισθητήριων κυττάρων, που έχουν τριχοειδείς αποφύσεις. Οι αγωγοί αυτοί επικοινωνούν με τον εξωτερικό χώρο και ερεθίζονται από ήχους μικρής συχνότητας, προσδιορίζουν την πίεση του νερού, καθώς και άλλες διαταραχές του. Το εξωτερικό γνώρισμα της πλευρικής γραμμής είναι μια σειρά από λέπια ειδικής μορφολογίας. Αυτά τα λέπια έχουν τρύπες που επιτρέπουν στο νερό να έρχεται σε επαφή με ένα αισθητήριο νεύρο που βρίσκεται πίσω από αυτά και έτσι χρησιμοποιείται από τα ψάρια ως όργανο αίσθησης της απόστασης, της κατεύθυνσης, αλλά και του μεγέθους κάποιου αντικειμένου. Κάθε κυματισμός ή ρεύμα που δημιουργείται μέσα στο νερό από ζώα ή αντικείμενα χτυπά στην πλευρική γραμμή και το ερέθισμα μεταφέρεται σαν πληροφορία στον εγκέφαλο για την διεύθυνση και την απόσταση που βρίσκεται ένα ζώο ή αντικείμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κυματισμό που δημιουργεί το ίδιο το ψάρι, ο οποίος το πληροφορεί που μπορεί να βρίσκονται εμπόδια όπως πέτρες, βράχοι, σκάφη και άλλα. Έτσι, ακόμα και τα τυφλά αρπακτικά ψάρια των βαθιών ωκεανών μπορούν και επιβιώνουν. Μερικά ψάρια χρησιμοποιούν τα όργανα πλευρικής γραμμής για τον εντοπισμό της τροφής τους.
-Τα Πτερύγια: Τα ψάρια διαθέτουν διάφορους τύπους πτερυγίων. Καθένα από αυτά παίζει ένα πολύ συγκεκριμένο ρόλο. Ο σχηματισμός τους και η ονομασία τους χρησιμοποιούνται συχνά για να τα ταξινομήσουμε σε διαφορετικές οικογένειες. Πρόκειται για προεξοχές του σώματος των ψαριών. Χρησιμεύουν στα ψάρια για να κινούνται, αλλά και για να κρατούν την ισορροπία τους μέσα στο νερό. Τα πτερύγια αποτελούνται από μια τεντωμένη μεμβράνη πάνω σε ακτίνες και μπορούνε όλα να διπλωθούν παραπλεύρως του σώματος, με εξαίρεση το ουραίο πτερύγιο. Όταν οι ακτίνες είναι μακρύτερες από την ενδιάμεσή τους μεμβράνη τότε τα πτερύγια είναι κοινώς γνωστά σαν αγκαθωτά και μπορούν, σε ορισμένα είδη, όπως η σκορπίνα να δημιουργήσουν κίνδυνο όταν τα πιάσουμε. Η χαρακτηριστική κίνηση και η στάση των πτερυγίων δείχνουν παράλληλα και τη διάθεση των ψαριών ως προς την υγιεινή τους κατάσταση, όταν θέλουν να ζευγαρώσουν ή αμύνονται ή επιτίθενται.. Όλα τα ψάρια που ανήκουν στην κλάση των οστειχθύων διαθέτουν δυο είδη πτερυγίων, τα μονά (ραχιαίο, εδρικό, ουραίο), και τα ζυγά (θωρακικά, κοιλιακά). Το ραχιαίο πτερύγιο μπορεί να αποτελείται από ένα έως τρία μέρη και βρίσκεται κατά μήκος της ράχης του ψαριού. Πολύ σπάνια λείπει το πτερύγιο αυτό (π.χ. Μαχαιρόψαρα). Έχει ακτίνες σκληρές και μαλακές και η χρησιμότητα του στο ψάρι είναι στην σταθερότητα την γρήγορη αλλαγή διεύθυνσης και μαζί με το ουραίο και το εδρικό στο γρήγορο σταμάτημα του. Το εδρικό πτερύγιο είναι μικρό και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις είναι μεγαλύτερο από το ραχιαίο. Πολύ λίγα είναι τα ψάρια που έχουν πάνω από ένα εδρικό πτερύγια, όπως είναι τα θαλασσινά ψάρια των Γάδων. Το ουραίο πτερύγιο, δίνει προώθηση σε συνεργασία με το πίσω μέρος του σώματος. Αυτό, ανάλογα με το είδος του ψαριού, έχει πολλές μορφές, μεγέθη και σχήματα. Τα περισσότερα ψάρια έχουν ουραίο πτερύγιο στρογγυλό, αποκοπτώμενο, εγκοπτώμενο, διχαλωτό ή ημισεληνοειδές. Τα πτερύγια που έχουν σχήμα διχαλωτό αποτελούνται από δυο λοβούς, που μπορεί να είναι στενοί ή με μεγαλύτερο πλάτος, και συμμετρικοί ή ο ένας να είναι μεγαλύτερος από τον άλλο. Τα ψάρια που έχουν ουραία πτερύγια με στενούς και διχαλωτούς λοβούς μπορούν να αναπτύξουν μεγάλη ταχύτητα και τέτοια είναι τα περισσότερα πελαγικά ψάρια. Όσα έχουν ουραίο πτερύγιο στρογγυλό, εγκοπτώμενο ή αποκοπτώμενο είναι καλοί κολυμβητές αλλά δεν μπορούν να αναπτύξουν τις ταχύτητες αυτών με ημισεληνοειδές ουραίο πτερύγιο. Σε μερικά είδη όπως για παράδειγμα και τα γατόψαρα υπάρχει ένα μικρό επιπλέον πτερύγιο μεταξύ του ραχιαίου και του ουραίου που λέγεται ‘’adipose’’ πτερύγιο που δε χρησιμοποιείται ιδιαίτερα και είναι απλά ένα δίπλωμα του δέρματος χωρίς ακτινωτές ενώσεις. Τα θωρακικά ή πλευρικά πτερύγια είναι σχεδόν πάντα καλά ανεπτυγμένα και βρίσκονται στις πλευρές των ψαριών, πίσω ακριβώς από τα βραγχιακά καλύμματα. Χρησιμεύουν στα ψάρια για τις κινήσεις τους προς τα πάνω και κάτω και για να διατηρούν την σταθερότητα τους. Στα τελεόστεα ψάρια, κατά κανόνα όλες οι ακτίνες των θωρακικών πτερυγίων είναι μαλακές και ενωμένες μεταξύ τους με μια μεμβράνη. Τα κοιλιακά πτερύγια είναι μικρότερα συνήθως από τα θωρακικά και δεν στηρίζονται στην σπονδυλική στήλη των ψαριών, γι' αυτό και δεν είναι σταθερή η θέση τους σε όλα τα είδη. Τα πτερύγια αυτά δεν χρησιμοποιούνται για την κίνηση των ψαριών, αλλά για το σταμάτημα και την σταθερότητα τους.
-Η βλέννα, το δέρμα, τα λέπια και το χρώμα: Τα σώματα των ψαριών είναι επικαλυμμένα με ένα είδος βλέννας που παίζει διττό ρόλο. Ενισχύει την υδροδυναμική λειαίνοντας το σώμα και παρέχει προστασία ενάντια σε εισβολή από παράσιτα ή άλλα παθογόνα. Σε αντίθεση απ’ότι πολλοί πιστεύουν τα λέπια δεν είναι κολλημένα επάνω στο σώμα αλλά ενσωματωμένα κομμάτια του δέρματος και είναι ορατά πίσω από ένα λεπτό στρώμα διάφανης επιδερμίδας. Σε περίπτωση που ένα λέπι είναι σηκωμένο, τραυματισμένο ή βγαλμένο το δέρμα ομοίως επηρεάζεται και γίνεται ευάλωτο στη δράση παθογόνων μικροοργανισμών. Κάθε ψάρι έχει ένα βασικό χρώμα που μπορεί να μεταβληθεί. Το χρώμα ενός ψαριού είναι αποτέλεσμα διαφόρων χρωστικών ουσιών που βρίσκονται στην επιδερμίδα. Αυτές μπορούν να αλλάζουν σιγά σιγά στην περίπτωση της αναπαραγωγικής διαδικασίας ή του καμουφλάζ ελεγχόμενες από τις ορμόνες, αλλά και πιο γρήγορα και αστραπιαία σε μια έξαρση επιθετικότητας ή ανταγωνισμού ελεγχόμενες από τα νεύρα . Το χρώμα ενός ψαριού μεταβάλλεται ανάλογα με την ηλικία και τη διάθεση του. Υπάρχει όχι μόνο για να διαδραματίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή του καθώς και στον αγώνα του για επιβίωση. Το χρώμα ενός ψαριού μπορεί επίσης να διαφέρει αν υποφέρει από κάποια ασθένεια ή από έλλειψη συγκεκριμένων θρεπτικών στοιχείων. Η αστραφτερή μεταλλική τους εμφάνιση προέρχεται από τους κρυστάλλους που υπάρχουν στα κύτταρα του δέρματος. Ποικίλουν ανάλογα με την κατεύθυνση που το φως πέφτει πάνω τους.
* Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των οστεϊχθύων είναι: Το δέρμα τους καλύπτεται από λέπια και διαθέτει πολλούς βλεννογόνους αδένες. Ο σκελετός τους είναι οστέινος και έχει πολλούς σπόνδυλους. Τα λέπια τους έχουν οστέινη προέλευση Αναπνέουν από τα βράγχια, εκτός κάποιων εξαιρέσεων. Το σώμα τους έχει πτερύγια που στηρίζονται σε οστέινες ακτίνες. Τα περισσότερα έχουν σχήμα υδροδυναμικό για να κινούνται με ταχύτητα μέσα στο νερό. Δεν διαθέτουν λαιμό, όπως συμβαίνει με τα σπονδυλωτά ζώα της στεριάς. Είναι ζώα ποικιλόθερμα - ετερόθερμα, δηλαδή πρόκειται για οργανισμούς που δεν έχουν εσωτερικούς θερμορυθμιστικούς μηχανισμούς και κατά συνέπεια η θερμοκρασία τους επηρεάζεται άμεσα από την θερμοκρασία του νερού. Η γονιμοποίηση γίνεται έξω από το σώμα τους, πλην κάποιων εξαιρέσεων.
** Οι χονδροϊχθύες διαφέρουν από τους οστεϊχθύες στα εξής: Στο σκελετό τους δεν έχουν οστέινα κύτταρα. Τα εξωτερικά μέρη των πτερυγίων στηρίζονται από κεράτινες ακτίνες. Δεν έχουν βραγχιακά καλύμματα. Τα λέπια τους έχουν οδόντινη προέλευση. Δεν έχουν νηκτική κύστη. Η γονιμοποίησή του είναι πάντοτε εσωτερική και γίνεται από ζεύγος ψαλίδων που είναι προσαρμοσμένο στα κοιλιακά πτερύγια.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...