_______________

" In all things of Nature, there is something of the marvelous" (Aristotle -Parts of Animals, I.645A16)

" Nature ......loves simplicity and unity" ( J. Kepler -Apologia)


****** Για το Περιβάλλον, τη Βιώσιμη Προοπτική και ......άλλα Σημαντικά!

(http://sites.google.com/site/perivalloncom/
http://www.perivallon.com, http://envifriends2.blogspot.com, http://envifriends.blogspot.com)
_______________

* ΦΥΣΗ & ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ----- * ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΑ -

- Ο ΚΑΙΡΟΣ -

- Τα Γαϊδουράγκαθα για την αναγέννηση του ήπατος, ως βιοκαύσιμο, στη λογοτεχνία, παράδοση, ιατρική, βοτανοθεραπευτική …… και το εθνικό έμβλημα της Σκωτίας

Τα Γαϊδουράγκαθα είναι πολυάριθμα σε είδη, αλλά και τα πλέον γνωστά μας αναφέρονται τοπικά με τις κοινές ονομασίες τους ως κουφάγκαθο, γαλακταγκάθι, γυμαράγκαθο, κάρδος, αγκάθι, αγιάγκαθο, αγκάβατος και Σίλυβο κατά την αρχαιότητα (ξενόγλωσσα ως Milk Thistle, Mary's thistle, Blessed milk thistle, Holy thistle, Lady's thistle, Silybe de Marie, και Chardon Marie). Είναι ανθοφόρα μονοετή, διετή ή πολυετή φυτά που ανήκουν στην οικογένεια των μαργαρίτων (Asteraceae ή παλαιότερα Compositae). Χαρακτηρίζονται από φύλλα και βλαστούς που φέρουν αγκάθια. Λέγεται ότι αυτά τα αγκάθια είναι μια προσαρμογή που προστατεύει το φυτό από τα φυτοφάγα ζώα. Τα κεφάλια των λουλουδιών τους, ακτινικά συμμετρικά, βρίσκονται στα άκρα των βλαστών και έχουν χρώμα συνήθως μωβ, ροζ τριανταφυλλί, κίτρινο ή λευκό. Οι σπόροι τους, αγαπημένο έδεσμα για τις καρδερίνες και άλλα μικρά πουλιά, είναι πολυάριθμοι, έχουν πάππους στα περισσότερα είδη, ή τούφες με μικροσκοπικά τριχίδια που θα τους βοηθήσουν να εγκατασταθούν μακρύτερα (σπόροι με πτητικά εξαρτήματα) δημιουργώντας νέα εποίκιση με νεαρά φυτά.
Τα γαϊουδάγκαθα έχουν αξιόλογη οικολογική και οικονομική σημασία με παγκόσμια κατανομή. Τα βρίσκουμε από τις πολικές περιοχές, τις εύκρατες μέχρι και τις τροπικές περιοχές. Πιο συχνά ευδοκιμούν στις άνυδρες και ημι-άνυδρες περιοχές. Πολλά γένη τους χαρακτηρίζονται ως ζιζάνια, ενώ αποικίζουν με ευκολία όλα τα διαθέσιμα ενδιαιτήματα, καθώς είναι ανθεκτικά φυτά με λίγες εδαφικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Ορισμένα μέλη τους παρέχουν ποικιλία προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των μαγειρικών ελαίων, των βιοκαυσίμων, φαρμακευτικών και γλυκαντικών ουσιών, υποκατάστατα του καφέ και του τσάϊ και άλλα. Αρκετά γένη είναι δημοφιλή στην κηπουρική, αλλά και ως μονοκαλλιέργειες εκτεταμένων εκτάσεων για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Τα γαϊδουράγκαθα χρησιμοποιήθηκαν ήδη από τα ελληνορωμαϊκά χρόνια, ιδιαίτερα για την υποστήριξη του ήπατος και την αποτοξίνωση του αίματος. Από το 1890 περίπου, τα φαρμακεία στις ΗΠΑ χορηγούσαν το εκχύλισμα για τη θεραπεία της συμφόρησης των πεπτικών οργάνων με λιπώδη διήθηση. Η γερμανική φαρμακοποιία αναγνωρίζει τους σπόρους και τα εκχυλίσματα του γαϊδουράγκαθου ως θεραπευτικά των πεπτικών διαταραχών και των οργανικών βλαβών από δηλητήρια και τοξίνες και ως υποστηρικτική θεραπεία σε χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις και στην κίρρωση του ήπατος.
Για το γαϊδουράγκαθο υπάρχουν πολυάριθμες διεθνείς λογοτεχνικές αναφορές. Μεταξύ αυτών, αναφέρεται το μυθιστόρημα του Leo Tolstoy ‘’Hadji Murat’’ που δημοσιεύτηκε το 1912, μετά το θάνατό του, όπου το γαϊδουράγκαθο στη αρχή της ιστορίας τον οδήγησε για να διαμορφώσει τον χαρακτήρα του ήρωα και να δημιουργήσει αυτό το πόνημα με στόχο ζητήματα αντίστασης και το κλασικό Δύση εναντίον Ανατολής. Επίσης, το γαϊδουράγκαθο αναφέρεται στο ποίημα  του Hugh MacDiarmid ‘’A Drunk Man Looks at the Thistle’’(εκτεταμένο μοντάζ διαφορετικών ποιημάτων, κόμικ και ραψωδία) που γράφτηκε στα Σκωτσέζικα το 1926 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα του μοντερνισμού στον 20ου αιώνα. Αλλά και το μυθιστόρημα του Τούρκου Yasar Kemal ‘’ Ince MeMed II’’ (Καίνε τα Αγκάθια) (1969) που κέρδισε πολλά βραβεία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.
Το γαϊδουράγκαθο, είναι το εθνικό έβλημα της Σκωτίας και βρίσκεται σε πολλά σύμβολά της, ενώ το ‘’Τάγμα του Γαϊδουράγκαθου’’ είναι το αρχαιότερο και ευγενέστερο τάγμα ιπποτών της. Σύμφωνα με την παράδοση σε μία από τις εισβολές ....για περισσότερα
Νορβηγών στρατιωτών στη Σκωτία (στη μάχη τουLargs), ένας ξυπόλυτος στρατιώτης  από τους ανιχνευτές τους είχε την ατυχία ναπατήσει ένα γαϊδουράγκαθο (εικάζεται ότι ήταν το Circium vulgare που είναι αυτόχθονο στη Σκωτία ή το Onopordum acanthium λόγω της επιβλητικής εμφάνισής του) και από τον πόνο που του προξενήθηκε έκλεγε γοερά, και έτσι προειδοποιήθηκαν οι Σκωτσέζοι για την επικείμενη εισβολή, αποκρούοντάς τους. Επίσης το γαϊδουράγκαθο, είναι ένα αρχαίο Κελτικό σύμβολο, όπως και η αγριάδα,  που χαρακτήριζε την τότε αριστοκρατία.
Από βοτανική άποψη τα γαϊδουράγκαθα ανήκουν σε περίπου 80 γένη, με 2500 είδη κατανεμημένα στην Ευρώπη, ειδικά στις Μεσογειακές χώρες και στην Ασία, Αυστραλία, Τροπική Αφρική και λίγα αυτόχθονα γένη (3) στην Αμερική. Πολλά είδη έχουν ακανθώδη φύλλα, βλαστούς και καρπούς, και μερικά έχουν γαλακτοφόρους  ή ρητινοφόρους αδένες ή αγωγούς. Από την πληθώρα των γαϊδουράγκαθων, τα πλέον γνωστά μας ανήκουν στα γένη Σίλυβος (Silybum), Κάρδος (Carduus), Αγριαγγινάρα (Cynara), Κίρσιο (Cirsium) και το Ονόπορδο (Onopordum).
Το Σίλυβο (Silybum marianum) εξαπλώνεται σε όλη την Ελλάδα και στις παραμεσογειακές περιοχές, σε άγονα και καλλιεργούμενα εδάφη και στις άκρες των χωματόδρομων. Τα λευκά νεύρα των φύλλων, σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, έγιναν από το γάλα της Παρθένου Μαρίας, εξ’ού και το όνομα Γαλακταγκάθι ( αγγλ.,Milk Thistle)  Tα κόκκινα -βυσσινί άνθη του βγαίνουν συνήθως τον Ιούνιο πάνω στους μίσχους του φυτού που ξεπερνούν το ένα μέτρο. Τα κεφάλια των λουλουδιών όταν ξεραθούν σχηματίζουν χνουδωτές τούφες, και περιέχουν μικροσκοπικούς μαύρους σπόρους. Το Σίλυβο, είναι πιθανώς η Λευκάκανθα του Θεόφραστου και το Σίλυβο του Διοσκουρίδη. Επίσης, ο Θεόφραστος, κατά τον 4ο αιώνα π.χ. το αναφέρει με το όνομα ‘’Πτέρνιξ’’, ενώ ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος συνιστούν το "Μέγα Κενταύριον", ή "Σίλυβον" για την επούλωση των πληγών. Κατά τον Μεσαίωνα πλήθος βοτανολόγων συνιστούν αυτό το φυτό για διάφορες χρήσεις όπως ως εξαιρετικό φάρμακο για τη χολή και το σπλήνα, ενώ στις αρχές του 20ου η σχολή βοτανολόγων θεραπευτών, οι ‘’Εκλεκτικοί’’, χρησιμοποιούν το εκχύλισμα του Silybum marianum για την "Ηπατική Συμφόρηση". Σύμφωνα με την παράδοση αυτό το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί σε παθήσεις του ήπατος και της χολής ως διεγερτικό της παραγωγής γάλακτος, ως αντικαταθλιπτικό, ως αντίδοτο σε δηλητηριάσεις από μανιτάρια του γένους Amanita. Επίσης, έχει χρησιμοποιηθεί σε διαταραχές της εμμήνου ρύσης, σε ανωμαλίες του σπλήνα και των νεφρών. Σήμερα γίνονται μελέτες για τη δράση του Silybum marianum και σε άλλα όργανα όπως το πάγκρεας και οι πνεύμονες. Η δρόγη του φυτού (καρπός) έχει σημαντική φαρμακολογική δράση που οφείλεται στις ιδιότητες μιας ουσίας που περιέχει της "σιλυμαρίνης", η οποία παραλαμβάνεται από ένα τυποποιημένο εκχύλισμα των σπερμάτων του Silybum marianum με περιεκτικότητα 70-80% σε φλαβονολιγνάνες. Η σιλυμαρίνη, έχει διαπιστωθεί, εδώ και αρκετά χρόνια, ότι έχει ηπατοπροστατευτική δράση απέναντι σε πλήθος τοξινών, όπως η ακεταμινοφαίνη και η αιθανόλη (οινόπνευμα), αλλά καρδιοπροστατευτική και νευροπροστατευτική δράση. Αναφέρεται επίσης ότι έχει θετικά αποτελέσματα σε περιπτώσεις παιδικής κίρρωσης τύπου Α και στην αλκοολική κίρρωση του ήπατος. Πρόσφατα ερευνάται κυρίως η δράση του φυτού στην ηπατίτιδα C, στην ογκολογία και σε άλλες ασθένειες. Εξάλλου, από τροφική άποψη, οι βλαστοί, τα φύλλα, τα άνθη, η ρίζα και ο μίσχος του φυτού είναι βρώσιμα, ενώ οι ψημένοι καρποί του αποτελούν υποκατάστατο του καφέ.
 Το γένος Cirsium, που ονομάζεται ‘’Φτερωτό αγκάθι’’ ή ‘’Ασπραγκάθι’’, διαφέρει από τα άλλα γένη (τα Carduus, Silybum, Onopordum φέρουν πάππους), καθώς στα αχαίνιά τους (σπέρματα με τρίχες ή άλλα πτητικά εξαρτήματα) έχει τρίχες σαν φτερά. Αυτά τα αγκάθια χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν ως μέσο θεραπείας για τις πρησμένες φλέβες (Kirsos=πρησμένη φλέβα). Ορισμένα είδη του Cirsium χρησιμοποιούνται παραδοσιακά ως τροφή στις αγροτικές περιοχές της Νότιας Ευρώπης, ενώ άλλα καλλιεργούνται ως πηγή τροφίμων στην Ιαπωνία και Ινδία.
Το γένος Onopordum έχει περίπου 40 είδη, είναι ντόπιο γένος στην Ευρώπη, κυρίως στην περιοχή της Μεσογείου, στη Β.Αφρική, τα Κανάρια νησιά και στον Καύκασο. Τα βρίσκουμε σε διαταραγμένα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε καλλιεργούμενη γη και σε βοσκοτόπια. Το κοινό γαϊδουράγκαθο (Onopordum acanthium) ευδοκιμεί σε χώρες με μεσογειακό και ηπειρωτικό κλίμα, όπως στην Ελλάδα, Μικρά Ασία, Ρωσία και σπάνια στην υπόλοιπη Ευρώπη. Θέλει καλοκαίρια ξηρά και εδάφη αμμώδη ή αργιλώδη, πλούσια σε ασβέστιο. Συναντάται κυρίως στην ύπαιθρο, σε ορεινές και πετρώδεις περιοχές, στους χωματόδρομους, αλλά και σε πεζοδρόμια, ή στην άκρη της ασφάλτου. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Ζει δύο χρόνια και σχηματίζει θάμνο ύψους μέχρι τριών μέτρων και διαμέτρου μέχρι και ενός μέτρου. Το άνθος του είναι στρογγυλό σαν σφαίρα, με αγκάθια. Τρώγεται από τους γαϊδάρους, αλλά τους προξενεί αέρια (μεθάνιο, υδρογόνο, άζωτο, θειούχες ενώσεις, διοξείδιο του άνθρακα ) που πέρδονται.
Η αγριαγκινάρα (λατ. Cynara cardunculus, αγγλ. Cardoon ή Spanish thistle artichoke) ή αγριαντζινάρα ή τρουμπελίνα ήταν από τα αγαπημένα εδέσματα των Αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι την έφεραν οι Έλληνες από τη Σικελία. Είναι ένα πολυετές βαθύρριζο φυτό μεσογειακής προέλευσης, καλά προσαρμοσμένο στις ξηροθερμικές συνθήκες της Ν. Ευρώπης. Το ύψος του φυτού μπορεί να φτάσει μέχρι τα 3 μέτρα. Τα φύλλα του έχουν λευκο-πράσινο χρώμα, είναι αντίθετα, λογχοειδή, σύνθετα, με ισχυρό κεντρικό νεύρο, βαθιά διαιρεμένα, με αγκάθια. Οι ανθοφόροι βλαστοί (κεφάλια λουλουδιών) βγαίνουν από τις μασχάλες των φύλλων. Τα ανθίδια είναι πολλά (300-400), σωληνοειδή, ερμαφρόδιτα, με πέταλα πορφυρά ή μοβ. Τα άνθη της αγκινάρας είναι από τα αγαπημένα των μελισσών. Οι καρποί της περιέχουν πολλούς σπόρους, που έχουν στην κορυφή τους αρκετά μακριά τριχίδια, που διευκολύνουν τη διασπορά τους με τον αέρα και τη διάδοση έτσι του φυτού. Οι ανθοκεφαλές εμφανίζονται νωρίς την άνοιξη, αλλά το φυτό ανθίζει όψιμα, από το Μάιο. Η αγριαγκινάρα είναι η ίδια ισχυρό ζιζάνιο (εισβολέας) και δεν επιτρέπει την ανάπτυξη άλλων ζιζανίων στον περίγυρό της. Θα την συναντήσουμε κυρίως στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Νότιου Αιγαίου, σε ακαλλιέργητα και πετρώδη εδάφη. Στη Μάνη φυτρώνει σε μέρη απρόσιτα και ορεινά. Σε μερικές χώρες της Ευρώπης καλλιεργούνται πολυάριθμες ποικιλίες αγριαγκινάρας, την οποία θεωρούν άριστο χειμωνιάτικο λαχανικό. Περιέχει βιταμίνες Α, Β, Ο, ασβέστιο και φώσφορο. Τα συστατικά της είναι χολαγωγά και διουρητικά. Ειδικότερα θεωρείται φάρμακο του συκωτιού. Ενεργεί ακόμα κατά των κνησμών του δέρματος, των ρευματισμών και κατά του τεταρταίου πυρετού. Η αγριαγκινάρα, που οι επιστήµονες αποκαλούν και ‘’ελληνικό πετρέλαιο’’, χρησιμοποιείται ήδη ως οικιακό βιοκαύσιμο, ενώ σχεδιάζεται να χρησιµοποιηθεί στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Κρήτη, την ονομάζουν Τρουμπελίνα ή Αγκινάρα του βουνού ή Καρδονίσκη και ήταν ένα από τα αγαπημένα εδέσματα των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων. Φυτρώνει σε πετρώδη, άγονα και ορεινά εδάφη με μωβ άνθη στη ωρίμανσή τους που τα προτιμούν οι μέλισσες. Τα φύλλα της είναι λευκοπράσινα, λογχοειδή, σύνθετα με ισχυρό κεντρικό νεύρο, βαθιά διηρημένα, με αγκάθια. Οι βλαστοί της τρώγονται ωμοί ή μαγειρευτοί. Παλαιότερα οι ανθοκεφαλές ψήνονταν στα κάρβουνα με χοντρό αλάτι και ελαιόλαδο και αποτελούσαν εξαιρετικό μεζέ με τη ρακή.
Ο Κάρδος (Carduus), που στα λατινικά σημαίνει αγκάθι, απαντιέται, με περίπου 90 είδη, κυρίως στην Ευρώπη, Ασία, Αφρική και Αμερική. Τουλάχιστον δώδεκα από αυτά τα είδη μπορεί να συναντήσει κανείς στην Ελλάδα (π.χ. Carduus crispus, C.argentatus, C. tmoleus, C. candicans, C. taygeteus, C. macrocephalus, C. acanthoides, C. acicularis, C.nutans και άλλα. Το Carduus crispus ή Μικρό γαϊδουράγκαθο το βρίσκουμε σε ολόκληρη την Ελλάδα, προτιμά εδάφη με ελαφρά υγρασία, την οποία το πλούσιο ριζικό του σύστημα εκμεταλλεύεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.Η κατασκευή του φυλλώματος είναι τέτοια που δεν επιτρέπει τη μεγάλη εξάτμιση υγρασίας. Κατά μήκος του κορμού του αναπτύσσονται σταυρωτά τέσσερις καταπράσινες φυλλοειδείς μεμβράνες, που ΄΄στολίζονται΄΄ με αγκάθια που το μήκος τους ξεπερνά τα δυο εκατοστά και αυτά το προφυλάσσουν από τα διάφορα φυτοφάγα ζώα. Τα φυτοφάγα σκαθάρια όπως το Rhinocyllus conicus, πάνω και σ’ αυτό το αγκάθι μεγαλώνουν, τρέφονται, ζευγαρώνουν, και γεννούν. Χαρακτηριστικά είναι τα φύλλα του που μοιάζουν σαν λόγχες, και φέρουν πολυάριθμα μικρά και μεγάλα αγκάθια. Τα άνθη του σχηματίζουν ταξιανθίες και προφυλάσσονται από πολλά φυλλαράκια που απολήγουν σε αγκάθια. Τα κεφάλια των ανθέων του, τα επισκέπτονται πολλά έντομα, πεταλούδες, βομβίνοι, αγριομέλισσες και ήμερες μέλισσες. Από μελισσοκομικό ενδιαφέρον είναι πραγματικά σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό διότι δίνει μεγάλες ποσότητες σε γύρη χρώματος υπόλευκου. Επίσης, το νέκταρ αυτού του φυτού είναι πλούσιο σε ζάχαρα και αρκετό σε ποσότητα σε κάθε φυτό. Το μέλι που γίνεται από αυτό το αγκάθι έχει χρώμα ανοικτό κίτρινο και κρυσταλλώνει σχετικά εύκολα. Μετά την επικονίαση που γίνεται από τα διάφορα έντομα, πέφτουν τα πέταλα των ταξιανθιών και στην θέση τους αναπτύσσονται μικροί χνουδωτοί θύσανοι (πάπποι), που με το ελάχιστο φύσημα του ανέμου πλανώνται μακριά και πέφτοντας στην γη αρχίζει η γνωστή διαδικασία της ανάπτυξη τους. Το Carduus nutans είναι ένα από τα πολύ διαδεδομένα και εντυπωσιακά είδη του γένους αυτού στην Ευρώπη και σε τμήματα της Ασίας και της βορείου Αφρικής, ενώ στη Βόρειο Αμερική έχει εισαχθεί από πολύ παλιά. Το κοινό όνομά του στα αγγλικά σημαίνει το αγκάθι που ‘’σκύβει’’, εξαιτίας της χαρακτηριστικής κλήσης του κεφαλιού των λουλουδιών του. Το διετές αυτό αγκάθι έχει έντονα βιολετί λουλούδια και χρωματισμένα βράχτια φύλλα (το λευκό χρώμα απαντάται σπάνια) στην αρχή της ανθοφορίας τους κατά το Μάιο με Ιούνιο.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...